αντίδραση

αντίδραση
Με τον όρο αυτό χαρακτηρίζονται οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις που σε μια δεδομένη ιστορική κατάσταση αντιτάσσονται με τρόπο αδιάλλακτο και απόλυτο στην εξέλιξη και στην πρόοδο του πολιτικού και κοινωνικού συστήματος μιας χώρας. Επιχειρούν όχι μόνο να διατηρήσουν αλλά και να αποκαταστήσουν θέσεις και καταστάσεις που εμφανίζονται πια αδικαίωτες αλλά και ξεπερασμένες από τη φυσική πορεία των γεγονότων. Κατά κανόνα, οι αντιδραστικές δυνάμεις συναντώνται σε τάξεις και ομάδες που έχουν χάσει την προνομιακή οικονομική ή πολιτική θέση τους και αγωνίζονται να την ανακτήσουν. Η α. διακρίνεται από τον συντηρητισμό στο ότι, αντίθετα από αυτόν, αποβλέπει δογματικά και τυφλά σε επιστροφή στο παρελθόν. Ωστόσο, στις πολιτικές διαμάχες η διάκριση αυτή δεν γίνεται πάντα· η κατηγορία της αντιδραστικότητας καταλήγει συχνά να γίνεται μέσο φτηνής προπαγάνδας. πυρηνική α. (Φυσ.).Όρος που προσδιορίζει τα φαινόμενα που αφορούν τον μετασχηματισμό των ατομικών πυρήνων. Οι πυρηνικές α. οφείλονται σε αλληλεπιδράσεις ατομικών πυρήνων με σωματίδια, με κβάντα γ ή με άλλους ατομικούς πυρήνες, και αποτελούν θεμελιώδες μέσο για τη μελέτη των ατομικών πυρήνων. Η αυξανόμενη ισχύς των επιταχυντών σωματιδίων είχε επακόλουθο τη χρησιμοποίηση βλημάτων φορτισμένων με ενέργεια πάντοτε υψηλότερη και αυξανόμενης ποικιλίας· στα ηλεκτρόνια, στα πρωτόνια, στα δευτερόνια (πυρήνες δευτερίου, που αποτελούνται από ένα πρωτόνιο και ένα ουδετερόνιο [νετρόνιο]) και στα σωματίδια α (πυρήνες ηλίου που αποτελούνται από δύο πρωτόνια και δύο νετρόνια) ήρθαν να προστεθούν βαρύτεροι πυρήνες. Από άλλη πλευρά, οι πυρηνικοί αντιδραστήρες έθεσαν στη διάθεση των ερευνητών δέσμες νετρονίων μεγάλης έντασης. Οι πυρηνικές α. α είναι περίπου μία εκατοντάδα. Κατά τη μελέτη των πυρηνικών α., μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επινόηση της δρώσης διατομής κρούσεωςσ· με αυτό τον όρο αναφέρεται o λόγος μεταξύ του αριθμού των συμβάντων (πυρηνική α.) που επαληθεύονται στη μονάδα του χρόνου και της έντασης αριθμού των σωματιδίων, που διέρχονται από τη μονάδα της επιφάνειας στη μονάδα του χρόνου της δέσμης των προσπιπτόντων σωματιδίων. Με άλλα λόγια, η ενεργός διατομή κρούσης δείχνει την πιθανότητα που έχει μία πυρηνική α. να πραγματοποιηθεί. Αυτή μπορεί να μελετηθεί και από άλλη πλευρά: αν έχουμε μια δέσμη σωματιδίων που έχει ένταση ενός σωματιδίου ανά τ. εκ. και δώσουμε στον πυρήνα επιφάνεια ίση με την ενεργό διατομή κρούσης, η πιθανότητα να επαληθεύσει το αποτέλεσμα δίνεται από τον λόγο μεταξύ των δύο επιφανειών (δρώσα διατομή 1 και 2). Επειδή οι γραμμικές διαστάσεις των πυρήνων είναι της τάξης των 10-12, συμπεραίνεται ότι γενικά οι ενεργές διατομές είναι της τάξης (10-12)2 = 10-24 τ. εκ., γι’ αυτό η συγκεκριμένη τιμή επελέγη ως μονάδα της πυρηνικής μέτρησης με το όνομα barn. Στην πραγματικότητα, η επαλήθευση μιας πυρηνικής α. και συνεπώς η τιμή της ενεργού διατομής για τη συγκεκριμένη α. εξαρτάται από την ενέργεια των σωματιδίων που προσπίπτουν. Υπάρχει ακόμα για κάθε α. η τιμή της ενέργειας των σωματιδίων, για την οποία η τιμή της ενεργού διατομής είναι μέγιστη ενεργός διατομή συντονισμού. Από την άποψη της ιστορίας, σημαντική είναι η α. με σωματίδια α, τα οποία παράγονται από ραδιενεργό φυσική πηγή, κατά την οποία τη σύγκρουση του σωματιδίου α ακολουθεί εκπομπή ενός πρωτονίου από μέρους του πυρήνα. Αυτό είναι το πρώτο παράδειγμα πυρηνικού μετασχηματισμού του συγκεκριμένου τύπου, που παρατήρησε το 1919 ο Έρνεστ Ράδερφορντ, στη διάρκεια του οποίου το άζωτο, αφού βομβαρδίστηκε με σωματίδια α, μεταστοιχειώθηκε σε οξυγόνο. Η εξίσωση αυτής της πυρηνικής α. είναι: Ν714 + He24 = Ο817 + Η11 ή, σε σύντομη μορφή, Ν14 (a, p) Ο17. Ιδιαίτερο πρακτικό ενδιαφέρον έχουν οι πυρηνικές α. σχάσης, μία ιδιαίτερη περίπτωση α. που προέρχεται από νετρόνια, και οι α. σύντηξης των ελαφρών πυρήνων. Επιπλέον πρέπει να σημειωθούν οι πυρηνικές α. στις οποίες γίνεται σχηματισμός στοιχείων που έχουν ατομικό αριθμό μεγαλύτερο από αυτόν του ουρανίου (σχετικά υπερουράνια) και οι α. πυρηνικής διασποράς ή scattering που χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι το προσπίπτον σωματίδιο και το εκπεμπόμενο είναι το ίδιο. χημική α. (Χημ.).Όρος που δηλώνει κάθε φαινόμενο που αφορά τη μόνιμη μετατροπή μίας ουσίας σε μία άλλη. Όταν δύο ή περισσότερες ουσίες έρχονται σε επαφή μεταξύ τους και σχηματίζουν άλλες ουσίες με διαφορετικές χημικές ιδιότητες, η μία ουσία διασπάται δημιουργώντας άλλες ουσίες, διαφορετικές από την αρχική. Τότε λέγεται ότι έγινε μια χημική α. Όλοι οι χημικοί μετασχηματισμοί, είτε συμβαίνουν στη φύση είτε στο εργαστήριο, περιγράφονται με μια χημική α.· για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούνται διεθνή σύμβολα και οι ουσίες που παίρνουν μέρος στην α. ή σχηματίζονται από την α. (είτε ως στοιχεία είτε ως ενώσεις) παριστάνονται με το χημικό τους σύμβολο· η χημική α. γράφεται με μορφή ισότητας και αυτή η έκφραση ονομάζεται χημική εξίσωση. Η α., π.χ., μεταξύ μεταλλικού σιδήρου και υδροχλωρικού οξέος, από την οποία δημιουργούν ένα άλας (χλωριούχος σίδηρος) και αέριο υδρογόνο γράφεται έτσι: Fe + 2HCl = FeCl2 + H2 Το σύμβολο του στοιχείου ή ο τύπος της ένωσης (σε αυτή την περίπτωση, ο τύπος του υδροχλωρικού οξέος) συνοδεύεται από έναν ακέραιο αριθμό, που δείχνει την ποσοτική αναλογία με την οποία πρέπει να ληφθούν οι επιμέρους χημικές ουσίες που θα μετάσχουν στην α. ή θα σχηματιστούν από αυτήν (δύο μόρια υδροχλωρικού οξέος προς ένα μόριο σιδήρου). Το σημείο της ισότητας έχει μεγάλη σημασία: από μαθηματική άποψη, τα αθροίσματα των αριθμών που υπάρχουν στο κάθε μέλος της εξίσωσης πρέπει να είναι τα ίδια· από χημική άποψη, το σημείο της ισότητας παριστάνει την πιστοποίηση της αρχής της διατήρησης της μάζας. Αυτή η αρχή, που είναι η βάση των νόμων που διέπουν τις χημικές α., πιστοποιεί ότι σε κάθε χημική α. το άθροισμα των βαρών των ουσιών που παίρνουν μέρος στην αντίδραση είναι ίσο με το άθροισμα των βαρών των ουσιών που προκύπτουν από την α. Η χημική εξίσωση έχει ακόμα μία αξιόλογη πρακτική σημασία στα όρια του δυνατού: όταν δοθούν π.χ. τα μοριακά βάρη, πρέπει να είναι δυνατόν να υπολογιστούν οι ποσότητες των ουσιών που θα πάρουν μέρος στην α. για να παραχθεί προκαθορισμένη ποσότητα μιας οποιασδήποτε ουσίας. Για να περιγραφεί η πορεία μιας χημικής α., χρησιμοποιείται ένα άλλο σύμβολο, το διπλό βέλος, ενώ παραμένει ισχυρή η αξία και η σημασία της χημικής εξίσωσης ως γενικό παράδειγμα: Όταν δοθούν δύο ουσίες Α και Β που αντιδρούν και σχηματίζουν την ουσία C, στο τέλος της α. συνυπάρχουν και οι τρεις ως μέλη της ισότητας ισορροπίας μεταξύ τους: αυτές οι α. ονομάζονται α. ισορροπίας και χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι οι ταχύτητες και των δύο α. (σύνθεση του C ξεκινώντας από τα Α και Β, διάσπαση του C για να δώσει πάλι τα Α και Β) είναι ίσες. Όταν δύο οποιεσδήποτε ουσίες έρχονται σε επαφή μεταξύ τους, μπορεί να επαληθευτεί το ενδεχόμενο η ταχύτητα πραγματοποίησης μιας α. να είναι τόσο μικρή, ώστε να μπορεί να διαφύγει από οποιαδήποτε παρατήρηση. Σε αυτό το σημείο θα φαινόταν λογικό να υποστηριχτεί ότι οι δύο ουσίες δεν αντιδρούν καθόλου. Αυτό όμως είναι εσφαλμένο, επειδή πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ της δυνατότητας να συμβεί μια α. και της ταχύτητας με την οποία αυτή πραγματοποιείται. Η δυνατότητα α. είναι συνδεδεμένη με τη χημική συγγένεια των ουσιών μεταξύ τους· με τον όρο αυτό υπονοούμε την τάση που έχουν οι ανεξάρτητες χημικές ουσίες να αντιδράσουν μεταξύ τους και να δώσουν σταθερές ενώσεις. Αυτή η τάση μετριέται θερμοδυναμικά από τη μεταβολή της ελεύθερης ενέργειας που ακολουθεί τον μετασχηματισμό. Η ταχύτητα της α. μετρά όμως την ενότητα της α. (ποσότητα ουσίας ή ουσιών που αντιδρούν ή σχηματίζονται) σε σχέση με τον χρόνο. Παρά τις διαπιστώσεις αυτές, θερμοδυναμικά δυνατές α. μπορεί να συμβούν σε συνθήκες πίεσης, θερμοκρασίας και συγκέντρωσης πρακτικά δυνατές, αλλά με ταχύτητες τόσο μικρές, ώστε να θεωρούνται αμελητέες. Σε αυτές τις περιπτώσεις καταφεύγουμε στη χρησιμοποίηση ουσιών που έχουν την ιδιότητα να επιταχύνουν τις χημικές διαδικασίες, χωρίς όμως να επιδρούν ποσοτικά στην πορεία των α.· αυτές οι ουσίες λέγονται καταλύτες. Μία από τις αναγκαίες συνθήκες για την πραγματοποίηση μιας χημικής α. είναι η κατανίκηση συνοχής των ουσιών που πρέπει να αντιδράσουν. Αυτή η συνθήκη, που μπορεί συχνά να φαίνεται εύκολη, έχει ανάγκη από ειδικές τεχνικές (άλεση, έντονη ανάδευση, παροχέτευση αερίου σε ένα υγρό κλπ.). Άλλες συνθήκες που επηρεάζουν την πορεία μιας χημικής α. είναι οι παράμετροι της θερμοκρασίας, της πίεσης και του όγκου. Η θερμοκρασία επιδρά σημαντικά στην ταχύτητα της α.· γενικά, υποθέτουμε ότι η ταχύτητα αυτή διπλασιάζεται με μια αύξηση της θερμοκρασίας κατά 10°C . Εξάλλου, μια ενδεχόμενη άνοδος της θερμοκρασίας σε υψηλές τιμές, διευκολύνει τις α. που πραγματοποιούνται με απορρόφηση θερμότητας (ενδόθερμες α.), ενώ χαμηλές θερμοκρασίες διευκολύνουν α. που πραγματοποιούνται με εκπομπή (έκλυση) θερμότητας (εξώθερμες α.). Η πίεση και ο όγκος ασκούν σημαντική επίδραση σε μερικούς τύπους α. Η αύξηση πίεσης για παράδειγμα, διευκολύνει τις α. που προκαλούν ελάττωση όγκου: η σύνθεση της αμμωνίας από άζωτο και υδρογόνο είναι μία α. αυτού του τύπου: Από 3 όγκους υδρογόνου και 1 όγκο αζώτου σχηματίζονται 2 όγκοι αμμωνίας (υποδιπλασιασμός του ολικού όγκου)· βιομηχανικά, η α. αυτή ενεργείται σε ειδικούς πύργους κατάλυσης με εφαρμογή πολύ υψηλών πιέσεων (100-1.000 ατμόσφαιρες). Οι α., αντίθετα, που επιφέρουν αυξήσεις όγκου, π.χ. η διάσπαση του ανθρακικού ασβεστίου σε οξείδιο του ασβεστίου και ανθρακικού ανυδρίτη, CaCO3 (στερεό) CaO3 (στερεό) + CO2 (αέριο), διευκολύνονται με τις χαμηλές πιέσεις. Κατά την περιγραφή των διαφόρων τύπων α. μπορεί να εφαρμοστεί μια πρώτη γενική υποδιαίρεση: 1) Α. κατά τιςοποίες τα στοιχεία που μετέχουν σε αυτές παθαίνουν μεταβολή του σθένους τους· αυτές ονομάζονται α. οξειδοαναγωγής. Η α. μεταξύ σιδήρου και υδροχλωρικού οξέος, που αναφέρεται παραπάνω, είναι αυτού του τύπου· ο σίδηρος (μέταλλο) λαμβάνεται ως θετικά δισθενής (οξείδωση), ενώ το υδρογόνο από θετικά μονοσθενές σε σθένος μηδέν (τη λεγόμενη αναγωγή). 2) Α. κατά τις οποίες δεν έχουμε μεταβολή σθένους των στοιχείων. Σε αυτή την πολυάριθμη τάξη α. ανήκουν: α. διπλής αντικατάστασης, π.χ. ο νιτρικός άργυρος (AgNO3) αντιδρά με το χλωριούχο νάτριο (NaCl) για να σχηματίσει νιτρικό νάτριο (NaNO3) και χλωριούχο άργυρο (AgCl): α. εξουδετέρωσης, π.χ. το υδροχλωρικό οξύ (HCl) αντιδρά με υδροξείδιο του νατρίου (NaOH) και σχηματίζει χλωριούχο νάτριο (NaCl) και νερό (Η2Ο): και, τέλος, α. υδρόλυσης, π.χ. το κυανιούχο κάλιο (KCN) αντιδρά με νερό (Η2Ο) και σχηματίζει υδροκυάνιο (HCN) και υδροξείδιο του καλίου (ΚΟΗ): Οι δύο πρώτοι τύποι α. θεωρούνται επίσης παραδείγματα α. σχηματισμού άλατος· ο τρίτος μπορεί να θεωρηθεί πορεία αντίστροφη των δύο πρώτων. Με την προσθήκη διμεθυλογλυοξίμης (άχρωμη) σε χλωριούχο νικέλιο (πράσινο χρώμα) σχηματίζεται ένα πολύπλοκο προϊόν αδιάλυτο, με χρώμα βαθύ κόκκινο. Αυτή είναι μια εξαιρετικά ευαίσθητη αντίδραση, για την ανίχνευση και τον ποσοτικό προσδιορισμό του νικελίου (φωτ. Gilardi).
* * *
η (Α ἀντίδρασις)
δράση, ενέργεια, που γίνεται για να εξουδετερώσει άλλη ενέργεια·|| νεοελλ.
1. εχθρική στάση απέναντι σε καινοτομίες πολιτικές, κοινωνικές, ιδεολογικές κ.λπ. —φρ. «μαύρη αντίδραση»
2. η μετατροπή μιας ή περισσότερων χημικών ενώσεων ή στοιχείων σε μία ή περισσότερες άλλες ενώσεις
3. το αποτέλεσμα που προέρχεται από την επίδραση μιας δύναμης και εμφανίζεται με τη μορφή δύναμης
4. κάθε μεταβολή του οργανισμού που πραγματοποιείται κάτω από την επίδραση ενός σώματος ξένου προς αυτόν
αρχ.-μσν.
η ανταπόδοση του κακού, η αντεκδίκηση.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • αντίδραση — η 1. ενέργεια αντίθετη σε άλλη, αντίσταση: Ο οργανισμός του δεν παρουσιάζει αντίδραση στην αρρώστια. 2. προσπάθεια που στρέφεται εναντίον κάποιου μέτρου: Σημειώθηκε αντίδραση των εμπόρων στα νέα φορολογικά μέτρα της κυβέρνησης. 3. αντίπραξη στις… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αλυσωτή αντίδραση — Σύνολο πυρηνικών αντιδράσεων που προκύπτουν από μία αρχική αντίδραση (συνήθως πυρηνική σχάση) με τέτοιο τρόπο ώστε, αν από την αρχική δημιουργήθηκαν σε πρώτο στάδιο Κ αντιδράσεις, καθεμιά από αυτές μπορεί σε δεύτερο στάδιο να δημιουργήσει K… …   Dictionary of Greek

  • Φριντέλ - Κραφτς, αντίδραση των- — Οργανική σύνθεση που οδηγεί στην αλκυλίωση των αρωματικών υδρογονανθράκων με αλειφατικά αλογονίδια διαμέσου καταλυτών, όπως το χλωριούχο αργίλιο, ο χλωριούχος σίδηρος, το φθοριούχο βόριο κλπ. (που ταξινομήθηκαν κατά φθίνουσα δραστηριότητα). Η… …   Dictionary of Greek

  • εξώθερμη αντίδραση — Χημική αντίδραση που συνοδεύεται με έκλυση θερμότητας όπως συμβαίνει, για παράδειγμα, κατά τον σχηματισμό του διοξειδίου του άνθρακα, από άνθρακα και οξυγόνο: C + O2 → CO2 + 94.000 cal και κατά τη σύνθεση του νερού: Η2 + 1/2 O2 → Η2Ο + 68.330 cal …   Dictionary of Greek

  • πυρηνική σύντηξη — Αντίδραση στην οποία πυρήνες που διαθέτουν υψηλότατη ενέργεια συγκρούονται μεταξύ τους, με αποτέλεσμα να ανακαταταγούν τα αντίστοιχα νουκλεόνιά τους (πρωτόνια και νετρόνια), σχηματίζοντας δύο ή περισσότερα προϊόντα αντίδρασης, και να… …   Dictionary of Greek

  • καύση — Αντίδραση οξείδωσης, η οποία συντελείται γενικά στις ουσίες που περιέχουν άνθρακα και υδρογόνο. Στον ευρύτερο ορισμό της, η κ. περιλαμβάνει γρήγορες εξώθερμες χημικές αντιδράσεις σωμάτων που βρίσκονται στην αέρια φάση, χωρίς να εξαιρείται η… …   Dictionary of Greek

  • χημική σύνθεση — Αντίδραση μεταξύ δύο ή περισσότερων στοιχείων με αποτέλεσμα να σχηματιστεί μία ή περισσότερες ενώσεις. Οι νόμοι, που διέπουν τις συνθέσεις αυτές, έγιναν γνωστοί κυρίως μετά την εργασία του Λαβουαζιέ, οπότε η χημεία απέκτησε ποσοτικό χαρακτήρα. Ο… …   Dictionary of Greek

  • αποκαρβοξυλίωση — Αντίδραση χημική που έχει ως αποτέλεσμα την αφαίρεση διοξειδίου του άνθρακα από μία οποιαδήποτε ένωση. Ένας χαρακτηριστικός τύπος α. είναι η απόσπαση μίας ή περισσότερων καρβοξυλικών ομάδων από ένα μόριο οργανικού οξέος με τον σχηματισμό… …   Dictionary of Greek

  • διμερίωση — Αντίδραση διάσπασης κατά την οποία το ένα μέρος μιας χημικής ένωσης ανάγεται, ενώ ταυτόχρονα το άλλο οξειδώνεται. Στις ανόργανες ενώσεις η διμερής αυτοοξειδοαναγωγική αντίδραση γίνεται με τη μεταφορά ατόμων χλωρίου ή άλλων αλογόνων, ενώ στις… …   Dictionary of Greek

  • παραβίωση — Αντίδραση φάσης του ζωντανού ιστού σε ερέθισμα ορισμένης διάρκειας και ισχύος, με το οποίο καταστέλλονται παροδικά η ερεθιστικότητα, η αγωγιμότητα και οι φυσιολογικές διεργασίες διέγερσης του ιστού. Το φαινόμενο της π. επιδείχθηκε το 1901 από τον …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”